Η ΔΙΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΓΙΟΥΓΚΟΣΛΑΒΙΑΣ ΚΑΙ Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ: ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΕΙς, ΔΙΑΦΩΝΙΕς ΚΑΙ ΑΔΙΕΞΟΔΑ

Αρθρογράφος: Ζαμπέλης Μάριος

Η παρούσα μελέτη εκπονήθηκε στο πλαίσιο του ΠΜΣ «ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΕΙΣ» του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών και εξετάζει το ιστορικό πλαίσιο, τη συμβολή των εθνικών κρατών και το ρόλο της Ευρωπαϊκής Κοινότητας κατά τη σταδιακή διάλυση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας.

Ερευνητικό και ιστορικό πλαίσιο

Η κρίση στη Σοσιαλιστική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας δεν προέκυψε ως ένα στιγμιαίο γεγονός αλλά ως μια διαδικασία που εξελίχθηκε σταδιακά. Η κρίση αυτή αποτέλεσε μία από τις σημαντικότερες πρώιμες δοκιμασίες της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΕΚ) στον τομέα της διεθνούς διαχείρισης κρίσεων, αναδεικνύοντας τόσο τις φιλοδοξίες της για ενεργότερο διεθνή ρόλο όσο και τους περιορισμούς της ως προς τη διαμόρφωση και την εφαρμογή κοινής εξωτερικής πολιτικής. Η αξιολόγηση των αποτελεσμάτων της ευρωπαϊκής παρέμβασης αναδεικνύει σημαντικές αδυναμίες της ΕΚ ως προς την αποτελεσματική διαχείριση της κρίσης. Ωστόσο, η συνολική δράση της ΕΚ καταδεικνύει την επιδίωξή της να ενισχύσει τη διεθνή παρουσία της και να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο. Στο παρόν άρθρο αναλύονται οι συνθήκες από τη δημιουργία έως και τη διάλυση του ομοσπονδιακού κράτους της Γιουγκοσλαβίας, με έμφαση στις σχέσεις που αναπτύχθηκαν κατά την απόσχιση των Δημοκρατιών.  

Αρχικά, κρίνεται απαραίτητο να επισημανθούν δύο βασικές παραδοχές κατά τη διεξαγωγή της έρευνας. Η πρώτη αφορά τη χρήση του όρου Ευρωπαϊκή Κοινότητα (ΕΚ), ο οποίος χρησιμοποιείται για την αναφορά στο θεσμικό πλαίσιο της περιόδου που εξετάζεται, με διάκριση μεταξύ της κοινοτικής συνεργασίας και της διακυβερνητικής συνεργασίας στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής. Επιπλέον, η ΕΚ εξετάζεται ως διεθνής δρών κατά τη διάρκεια της γιουγκοσλαβικής κρίσης, ενώ η αποτελεσματικότητα και η αυτονομία της διεθνούς δράσης της αξιολογούνται υπό το πρίσμα των θεσμικών και πολιτικών περιορισμών που αντιμετώπισε. Τέλος, επισημαίνεται ότι η Συνθήκη της Λισαβόνας υπογράφηκε το 2007 και τέθηκε σε ισχύ την 1η Δεκεμβρίου 2009, οπότε η Ευρωπαϊκή Ένωση απέκτησε ρητά ενιαία νομική προσωπικότητα.

Με τον όρο Γιουγκοσλαβία (Yugoslavia) νοείται η γεωγραφική περιφέρεια της νοτιοανατολικής Ευρώπης, όπου εγκαταστάθηκαν και αναπτύχθηκαν σλαβικοί πληθυσμοί. Κατά τον 19ο αιώνα αναπτύχθηκαν διαφορετικά εθνικά κινήματα μεταξύ των νοτιοσλαβικών πληθυσμών, ορισμένα από τα οποία υποστήριζαν την πολιτική ενοποίησή τους. Μετά το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου και τη διάλυση της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, ιδρύθηκε το 1918 το Βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων. Η ίδρυσή του συνδέθηκε με τις πολιτικές εξελίξεις που ακολούθησαν την κατάρρευση των αυτοκρατοριών και την αναδιάταξη των συνόρων στη νοτιοανατολική Ευρώπη. Το 1929, το νέο βασίλειο μετονομάστηκε σε Βασίλειο της Γιουγκοσλαβίας προκειμένου να μειωθούν οι τριβές μεταξύ των εθνικών ομάδων που περιλάμβανε και να ενισχυθεί η συνοχή τους (Anderson, 1995). Κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, η Γιουγκοσλαβία κατακτήθηκε από τις στρατιωτικές δυνάμεις και στην χώρα συγκροτήθηκαν αντιστασιακές οργανώσεις με δράση ενάντια στους κατακτητές, με πιο ενεργή να αναδεικνύεται η οργάνωση Γιουγκοσλάβοι Αντάρτες, υπό την ηγεσία του μετέπειτα Προέδρου της Γιουγκοσλαβίας, Τίτο. 

Μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, η Γιουγκοσλαβία εγκαθιδρύθηκε ως σοσιαλιστικό ομοσπονδιακό κράτος αποτελούμενο από πολυεθνικές Δημοκρατίες. Τη διακυβέρνηση του νέου κράτους ανέλαβε το εθνικό Κομμουνιστικό Κόμμα, με τα εσωτερικά του όργανα (Sekelj, 1993). Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, το νέο ομοσπονδιακό κράτος της Γιουγκοσλαβίας επιδίωξε να παραμείνει επίσημα ανεξάρτητο από κάθε είδους επιρροή μεταξύ Ευρώπης, Ηνωμένων Πολιτειών και Σοβιετικής Ένωσης και δεν προσκολλήθηκε στενά σε κάποια συμμαχία. Η ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική της Γιουγκοσλαβίας και η συμμετοχή της στο Κίνημα των Αδεσμεύτων ενίσχυσαν τη γεωπολιτική της σημασία κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. (Marolov, 2012). Τα επόμενα χρόνια, οι συνθήκες Ψυχρού Πολέμου επηρέασαν καθοριστικά την Ευρωπαϊκή Κοινότητα και τις χώρες της ανατολικής Ευρώπης, ωθώντας την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να διαπραγματευτεί εμπορικές συμφωνίες με τη Γιουγκοσλαβία, ακόμη και υπό τη σκιά του καθεστώτος της Κίνησης των Αδεσμεύτων (Non-alignment Movement), την οποία προωθούσε η τελευταία. Τις δεκαετίες του 1970 και 1980, η ΕΚ εστίασε την προσοχή της στην καλλιέργεια πολιτικών συνθηκών για τη διατήρηση της ειρήνης στην ευρωπαϊκή ήπειρο και την ανάδειξη ευκαιριών συνεργασίας με την Γιουγκοσλαβία, η οποία θεωρούταν πιθανός στόχος για τις σοβιετικές βλέψεις στην περιφέρεια (Zaccaria, 2018). 

Αποσχιστικές τάσεις και θέσεις των εμπλεκομένων μερών. Παράγοντες επιρροής και άσκησης πίεσης. 

Την άνοιξη του 1990 διεξήχθησαν πολυκομματικές εκλογές σε αρκετές από τις ομόσπονδες δημοκρατίες της Γιουγκοσλαβίας, οι οποίες αποτέλεσαν αφορμή για την ανάδειξη ζητημάτων σχετικών με την εθνικότητα και τη διάλυση της ομοσπονδίας. Έτσι, διαμορφώθηκαν κατάλληλες συνθήκες για τη δημιουργία κινημάτων αλληλεγγύης και υποστήριξης στο δικαίωμα αυτοδιάθεσης για κάθε Δημοκρατία (Calic, 2019). Αμέσως μετά τις εκλογές, η Σλοβενία, η Κροατία και το Κόσοβο ξεκίνησαν προετοιμασίες για την ανεξαρτητοποίησή τους και τα κοινοβούλια των Δημοκρατιών της Κροατίας και της Σλοβενίας υπερψήφισαν τη διακήρυξη της ανεξαρτησίας τους με ισχυρή πλειοψηφία στις 25 Ιουνίου 1991. Το Σεπτέμβριο του 1990 και το Κόσοβο ανακοίνωσε την πρόθεση ανεξαρτητοποίησής του, κηρύσσοντας δημοψήφισμα ένα χρόνο αργότερα (Calic, 2019). 

Ύστερα από την κατάρρευση των σοσιαλιστικών καθεστώτων στις χώρες της ανατολικής Ευρώπης, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα είχε επικεντρώσει το ενδιαφέρον της στον προσδιορισμό της νέας ταυτότητας και της στρατηγικής που θα ακολουθούσε από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 (Marolov, 2012). Το ίδιο ίσχυε και για τα κράτη-μέλη που αντιμετώπιζαν διαφορετικά εσωτερικά οικονομικά και πολιτικά προβλήματα, όπως η Γερμανία η οποία εργαζόταν για την εξομάλυνση της διαδικασίας ενοποίησής της μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου (1989). Ως επακόλουθο, κανένα κράτος – μέλος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας δεν ήταν διατεθειμένο να εμπλακεί σε στρατιωτικές συγκρούσεις, ειδικά σε μία κατάσταση που αντιμετωπιζόταν ως εσωτερικό πρόβλημα της Γιουγκοσλαβίας. Η Γαλλία και η Μεγάλη Βρετανία έχοντας ιστορικά σχέσεις με τη Σερβία από την εποχή των Βαλκανικών πολέμων θα υποστηρίξουν τη διατήρηση του υφιστάμενου καθεστώτος στη Γιουγκοσλαβία, ενώ η Γερμανία με στενότερη επαφή με την Κροατία και τη Σλοβενία θα είναι πιο δεκτική στις προθέσεις τους για απόσχιση από το κεντρικό κράτος. Επιπλέον, η πρόσφατη ενοποίηση των δύο γερμανικών κρατών προκαλούσε ανησυχία σε Γαλλία και Μεγάλη Βρετανία για την αύξηση της ισχύος της Γερμανίας και τις ώθησε να διατηρήσουν συντηρητική στάση έναντι του γιουγκοσλαβικού ζητήματος (Marolov, 2012). 

Μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας από τη Σλοβενία και την Κροατία την 25/06/1991, οι αρχές της Σλοβενίας επιχείρησαν να αναλάβουν τον έλεγχο των συνοριακών σημείων της δημοκρατίας, προκαλώντας την αντίδραση του Γιουγκοσλαβικού Λαϊκού Στρατού. Σε αντίδραση ο Λαϊκός Στρατός της Γιουγκοσλαβίας κατέλαβε τα σύνορα, με συνέπεια να προκληθεί σύρραξη γνωστή ως  «Πόλεμος των δέκα ημερών». Με τη διαμεσολάβηση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, οι εμπλεκόμενες πλευρές κατέληξαν στη Συμφωνία του Brioni στις 7 Ιουλίου 1991. Η συμφωνία προέβλεπε, μεταξύ άλλων, τρίμηνη αναστολή εφαρμογής των διακηρύξεων ανεξαρτησίας και συνέβαλε στην αποκλιμάκωση της σύγκρουσης στη Σλοβενία. Η αποχώρηση του Γιουγκοσλαβικού Λαϊκού Στρατού από τη δημοκρατία συνδέθηκε με τη σύντομη διάρκεια της σύγκρουσης και τις στρατηγικές εκτιμήσεις της ομοσπονδιακής ηγεσίας. Η εξέλιξη αυτή δεν σήμαινε ότι είχε επιλυθεί συνολικά το ζήτημα της αναγνώρισης των νέων κρατών.

 Κατόπιν αυτού, έγινε αποδεκτή η ανεξαρτησία μόνο της Σλοβενίας και οι συγκρούσεις επικεντρώθηκαν πλέον στην Κροατία και τη Βοσνία (Marolov, 2012). Σταδιακά οι συγκρούσεις μεταξύ του Λαϊκού Στρατού της Γιουγκοσλαβίας και κροατικών δυνάμεων οξύνθηκαν με τη διεθνή κοινότητα να αποφεύγει την εμπλοκή της θεωρώντας ότι δεν πρέπει να παρέμβει στα εσωτερικά ζητήματα ενός άλλου κράτους. Αντίστοιχα, καθ’ όλη τη διάρκεια των συγκρούσεων στην περιοχή της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης αναπτύχθηκαν στρατιωτικές μονάδες και παραστρατιωτικοί σχηματισμοί από όλες τις πλευρές με εξαιρετικά επαχθείς πράξεις να λαμβάνουν χώρα (Calic, 2019). Ακόμη και μετά τη Συμφωνία Brioni, τα μέλη της ΕΚ δεν ήταν διατεθειμένα για μονομερή αναγνώριση της ανεξαρτησίας των δύο Δημοκρατιών, Κροατίας και Σλοβενίας και συγκεκριμένα το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία, το Βέλγιο και η Ελλάδα υποστήριζαν την ανάγκη για ενιαία δράση από τα κράτη-μέλη (Caplan, 1998). 

Παρά την αρχική αδράνεια της ΕΚ, όταν το ενδιαφέρον διεθνώς επικεντρώθηκε στην κρίση της Γιουγκοσλαβίας και η ώρα της κρίσιμης σύγκρουσης φάνηκε να πλησιάζει κατέστη σαφές ότι η επίλυσή της αποτελεί πρωτίστως ευρωπαϊκό ζήτημα (Radeljic, 2010). Στα πρώιμα στάδια, οι άμεσα εμπλεκόμενες Δημοκρατίες αναζήτησαν στήριξη και αποδοχή από χώρες με φιλικές σχέσεις, δηλαδή οι Κροάτες και οι Σλοβένοι από την Αυστρία και τη Γερμανία, ενώ οι Σέρβοι από τη Ρωσία. Κατόπιν τούτου, η ΕΚ υιοθέτησε πιο ήπια πρακτική για τη συμμόρφωση των μερών αντί μίας έντονης πολιτικής προσέγγισης (Radeljic, 2010). Κατά το αρχικό στάδιο της κρίσης, τα κράτη-μέλη της ΕΚ υποστήριζαν σε γενικές γραμμές τη διατήρηση της εδαφικής ακεραιότητας της Γιουγκοσλαβίας, επιδιώκοντας την αποφυγή περαιτέρω αποσταθεροποίησης στην περιοχή. Η στάση αυτή αντικατοπτρίζεται και στην από 26/03/1991 σχετική ανακοίνωση της ΕΚ,  με την οποία εξωτερικεύεται ότι η διατήρηση της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας μπορεί να συμβάλλει στην επιτυχή ένταξή της στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα (Ροζάκης, 2017). Σύμφωνα με το Marolov (2012) εκτιμάται ότι αυτή η στάση της ΕΚ υπαγορευόταν και από το φόβο για εκδήλωση αποσχιστικών προθέσεων σε περιοχές άλλων κρατών-μελών, όπως τα εδάφη της Καταλονίας και της χώρας των Βάσκων για την Ισπανία, τη Β. Ιρλανδία για την Μεγάλη Βρετανία, κ.ά. Επιπλέον, ένα ακόμη ζήτημα που προβλημάτιζε την ΕΚ σε περίπτωση διάλυσης της ομοσπονδίας ήταν οι μεταναστευτικές ροές που θα προκαλούνταν και θα καλούταν να διαχειριστεί.  

Ωστόσο σταδιακά οι θέσεις των κρατών διαχωρίστηκαν με τη Γερμανία και την Ιταλία να υποστηρίζουν τις θέσεις των κυβερνήσεων της Σλοβενίας και της Κροατίας για τη διαμόρφωση κυρίαρχων κρατών, ενώ η Γαλλία και η Μεγάλη Βρετανία υποστήριζαν τη σερβική θέση για την αναδόμηση ενός κεντρικά ελεγχόμενου ομοσπονδιακού κράτους (Radeljic, 2010) για λόγους σταθερότητας και ασφάλειας στην περιοχή (Marolov, 2012). Οι αποκλίνουσες θέσεις των κρατών-μελών περιόρισαν τη δυνατότητα διαμόρφωσης κοινής ευρωπαϊκής στάσης και ενίσχυσαν τον διακυβερνητικό χαρακτήρα της διαχείρισης της κρίσης. Αν και η τακτική της Γερμανίας ενδέχεται να θεωρηθεί αυθαίρετη και να επικριθεί ως προς την προώθηση της αρχής της αυτοδιάθεσης (principle of self-determination) για λόγους πολιτικής διευκόλυνσης, υποστηρίζεται ότι η συγκεκριμένη στάση υιοθετήθηκε μόνον ύστερα από λαϊκή πίεση και η Γερμανία έδρασε κατόπιν επιφυλακτικότητας και περίσκεψης (Radeljic, 2010).  

Άλλοι σημαντικοί παράγοντες που επηρέασαν καθοριστικά τη στάση των ευρωπαϊκών κρατών απέναντι στη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας είναι τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, η διασπορά – ομογένεια και οι κοινότητες που δρούσαν σε καθεμιά καθώς και ο ρόλος των επίσημων εκκλησιών, οι οποίοι μπορούσαν να επηρεάζουν, σε διαφορετικό βαθμό, την κοινή γνώμη και τις πολιτικές επιλογές των κυβερνήσεων (Radeljic, 2010). Τόσο ο τρόπος παρουσίασης των γεγονότων από τα μέσα ενημέρωσης όσο και η δραστηριοποίηση εθνοτικών κοινοτήτων στις ευρωπαϊκές χώρες (π.χ. μεγάλη κοινότητα Κροατών στην Γερμανία) ενδέχεται να επηρέασαν την κοινή γνώμη και, κατ’ επέκταση, τις πολιτικές αποφάσεις των κυβερνήσεων (Radeljic, 2010). Ομοίως, η δραστηριοποίηση των οργανώσεων ομογενών παγκοσμίως (π.χ. Παγκόσμιο Συνέδριο Σλοβένων το 1990) αποτελούσε σημείο άσκησης πίεσης για την επίτευξη σπουδαίων εθνικών στόχων, όπως η ανεξαρτησία της χώρας, ενώ ακόμη και η δράση Γιουγκοσλάβων διπλωματών Σλοβένικης καταγωγής, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους στο διεθνές περιβάλλον, συνέβαλε στη διαμόρφωση κατάλληλου κλίματος (Radeljic, 2010). Τέλος, οι θρησκευτικοί οργανισμοί αποτελούσαν σημαντικό εργαλείο για συσπείρωση και διάχυση εθνικών θέσεων ανάλογα με το περιβάλλον που ανήκει κάθε ομάδα. Ενδιαφέρον παράδειγμα αποτελεί η στάση της Καθολικής Εκκλησίας και οι παρεμβάσεις θρησκευτικών παραγόντων υπέρ της ανεξαρτησίας της Κροατίας και της Σλοβενία, ενώ αντίστοιχα η Ορθόδοξη Εκκλησία της Σερβίας διεκδικούσε στήριξη μέσω της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ελλάδος (Radeljic, 2010). 

Κύρια σημεία και επιμέρους παράμετροι της διαπραγμάτευσης 

Υψηλού συμβολισμού θεωρείται η δήλωση του Υπουργού Εξωτερικών του Λουξεμβούργου κ. Jacques Poos, κατά την προεδρία του στο Συμβούλιο των Υπουργών Εξωτερικών της ΕΚ στην πρώιμη προσπάθεια διαχείρισης της κρίσης τον Μάιο του 1991, ότι «Η ώρα της Ευρώπης έφτασε» (Lehne, 2004). Η δήλωση αποτύπωνε τη φιλοδοξία της Ευρωπαϊκής Κοινότητας να αναλάβει πρωταγωνιστικό ρόλο στη διαχείριση της κρίσης. Οι εξελίξεις, ωστόσο, ανέδειξαν το χάσμα ανάμεσα στις ευρωπαϊκές προσδοκίες και στη δυνατότητα των κρατών-μελών να συμφωνήσουν σε μια κοινή και αποτελεσματική πολιτική. Από τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στην προηγούμενη ενότητα είναι φανερό ότι η εξωτερική πολιτική της ΕΚ για την κρίση στη Γιουγκοσλαβία αρχικά στηρίχθηκε στην αρχή της εδαφικής ακεραιότητας. Άλλωστε, την 23/06/1991, πριν την ανακοίνωση του Δημοψηφίσματος στη Σλοβενία, τα κράτη-μέλη της ΕΚ ψήφισαν ομόφωνα ότι σε περίπτωση όπου η Σλοβενία και η Κροατία προέβαιναν σε μονομερή διακήρυξη της ανεξαρτησίας τους δεν θα λάμβαναν επίσημη αναγνώριση. Την απόφαση αυτή υπερψήφισε ακόμη και η Γερμανία παρά την αντίθετη άποψή της (Marolov, 2012). Η Γερμανία εξαρχής υποστήριζε την απόσχιση των Δημοκρατιών της Σλοβενίας και της Κροατίας αλλά με το ξέσπασμα των συγκρούσεων υποχώρησε και στη Διάσκεψη για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (CSCE) την 19/06/1991 ακολούθησε τη γραμμή της ΕΚ, υποστηρίζοντας τη διατήρηση της ενότητας και της εδαφικής ακεραιότητας της Γιουγκοσλαβίας (Caplan, 2002). Ωστόσο, την 29/06/1991 στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στο Λουξεμβούργο ο Γερμανός Καγκελάριος Helmut Kohl υποστήριξε ότι η ενότητα στην ομοσπονδία της Γιουγκοσλαβίας ήταν αδύνατο να διατηρηθεί με χρήση βίας, γεγονός που προβλημάτιζε και άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Γαλλία και η Μεγάλη Βρετανία (Caplan, 2002). 

Μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας από τη Σλοβενία και την Κροατία, η επέμβαση του Εθνικού Στρατού της Γιουγκοσλαβίας για την αποτροπή της απόσχισής τους προκάλεσε την συμπάθεια του κοινού των ευρωπαϊκών κρατών προς τις δύο Δημοκρατίες και ώθησε την ΕΚ να αναλάβει πιο ενεργή εξωτερική πολιτική (Marolov, 2012). Άμεσα η γερμανική κυβέρνηση υπέδειξε αλλαγή στάσης και στήριξε την αρχή της αυτοδιάθεσης των λαών διαρρηγνύοντας έτσι την κοινή θέση της Ευρώπης. Παράλληλα, η στάση της Γερμανίας, με την ισχυρή οικονομική της θέση, επηρέασε και άλλα κράτη, όπως η Ιταλία, η Αυστρία και η Ουγγαρία, τα οποία στο παρελθόν διατηρούσαν εμπορικές, πολιτικές και ιστορικές σχέσεις με τις εν λόγω Δημοκρατίες. Από την άλλη πλευρά, η στάση για διατήρηση της εδαφικής ακεραιότητας στη Γιουγκοσλαβία, η οποία υποστηριζόταν από τις γαλλοβρετανικές θέσεις, είχε βρει συμμάχους στην Ελλάδα, την Ισπανία και την Ολλανδία, ενώ η Γερμανία βρισκόταν χωρίς σημαντική υποστήριξη εντός της ΕΚ. Συνεπώς, η Γαλλία και η Μεγάλη Βρετανία διαμόρφωναν κυρίως την εξωτερική πολιτικής της ΕΚ (Marolov, 2012). Η πρόθεση για μονομερή αναγνώριση των δύο νέων κρατών από τη Γερμανία δυσαρέστησε τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη (Calic, 2019). Παρά ταύτα, η επιλογή ενθαρρυνόταν από το γερμανικό λαό, ο οποίος επιθυμούσε την παρέμβαση διότι λόγω εγγύτητας με τις συγκεκριμένες περιοχές έγινε μάρτυρας των δυσμενών συνεπειών του πολέμου, ενώ τα μέσα μαζικής ενημέρωσης προέβαλαν διαρκώς νέα κατά της «σερβορθόδοξης» βίας, υπερασπιζόμενα τις θέσεις των ομοδόξων τους Κροατών και Σλοβένων. Έτσι, από τον Ιούλιο του 1991 η στάση της ΕΚ άρχισε να μεταστρέφεται προς υποστήριξη του δικαιώματος αυτοδιάθεσης των λαών (Ροζάκης, 2017). 

Η συγκυρία κατά την οποία προέκυπτε η διάσταση των απόψεων μεταξύ των κρατών-μελών ήταν κρίσιμη διότι συνέπιπτε με τις προσπάθειες συγκρότησης Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφαλείας, ενόψει της Συνθήκης του Μάαστριχτ (1992) (Caplan, 2002). 

Με στόχο την αναζήτηση λύσης για το γιουγκοσλαβικό ζήτημα, την 28/08/1991 προωθείται από την ΕΚ η λειτουργία μιας διαρκούς συνδιάσκεψης για την ειρήνη, υπό την προεδρία του Λόρδου Peter Carrignton, με συμμετοχή εκπροσώπων από όλες τις πλευρές και συγκεκριμένα, με θεσμικά όργανα της Γιουγκοσλαβίας και από την ευρωπαϊκή πλευρά τον Πρόεδρο του Συμβουλίου των Υπουργών, εκπροσώπους κρατών-μελών και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Στο ίδιο πλαίσιο, συγκροτήθηκε ειδική Επιτροπή Διαιτησίας υπό τον κ. Badinter για την διερεύνηση τυχόν ανακυπτουσών νομικών διαφορών (Ροζάκης, 2017).  Έτσι, την 07/09/1991 η Ευρωπαϊκή Κοινότητα διοργάνωσε στη Χάγη Διάσκεψη για την προώθηση της ειρήνης υπό την Προεδρία του Λόρδου Carrington, η οποία απέβη άκαρπη παρά τις παροτρύνσεις για συνεργασία και τις απειλές για επιβολή κυρώσεων (Calic, 2019). Τελικά, την 04/10/1991 ο Ολλανδός Υπουργός Εξωτερικών εκπροσωπώντας την ΕΚ ως Πρόεδρος του Συμβούλιου των Υπουργών Εξωτερικών ανακοίνωσε από το Βελιγράδι ότι είχε επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ των ηγετών της κροατικής και της σέρβικης πλευράς για εξεύρεση λύσης και την ομαλή απόσχιση των κρατών που το επιθυμούν, την αναγνώριση των οποίων είχε αρχίσει να υποστηρίζει και η ΕΚ (Caplan, 2002). Στις 6 Οκτωβρίου 1991, η ΕΚ διατύπωσε τη θέση της σχετικά με τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες θα μπορούσε να αναγνωριστεί η ανεξαρτησία των ομόσπονδων δημοκρατιών. Στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Συνεργασίας (EPC) έθεσε τον όρο η τελική συμφωνία να γίνει αποδεκτή από όλα τα κράτη-μέλη της ομοσπονδίας. Στη συνέχεια, η Γερμανία προχώρησε στην αναγνώριση της ανεξαρτησίας της Σλοβενίας και της Κροατίας, με την απόφαση να εντάσσεται σε μια ευρύτερη πολιτική διαφωνία στο εσωτερικό της ΕΚ (Caplan, 2002). Επίσης, η τελική απόρριψη από τη σερβική πλευρά της προτεινόμενης συμφωνίας που παρουσίασε ο Λόρδος Carrington την 18/10/1991, ως Πρόεδρος της Διάσκεψης και εξουσιοδοτημένος διαμεσολαβητής, ώθησε ορισμένες χώρες μεταξύ των οποίων και η Ιταλία να αλλάξουν στάση ανακοινώνοντας την πρόθεσή τους να αναγνωρίσουν την ανεξαρτησία Σλοβενίας και Κροατίας (Caplan, 2002). 

Μετά τις άκαρπες προσπάθειες, η ΕΚ με τη «Διακήρυξη για τη Γιουγκοσλαβία» την 23/12/1991, και με χωριστό κείμενο με τίτλο «Common Position for the Recognition of the Yugoslav Republics» καλούσε τις ομόσπονδες Δημοκρατίες να εκφράσουν την πρόθεσή τους για αναγνώριση της ανεξαρτησίας τους και τη στάση τους έναντι των προτεινόμενων λύσεων (Ροζάκης, 2017), ενώ δέχτηκε έντονες αντιδράσεις από κράτη-μέλη για το προτεινόμενο καθεστώς.  Ενδιαφέρον παράδειγμα αποτελεί η αρνητική στάση της Ελλάδας λόγω αξιολόγησης ως ασαφών των διεκδικήσεων από την πλευρά της αποκαλούμενης Δημοκρατίας της Μακεδονίας με συνέπεια να καθυστερήσει την επίλυση του προβλήματος στην περιοχή (Caplan, 2002). Στις 15 Ιανουαρίου 1992, τα κράτη-μέλη της ΕΚ αναγνώρισαν τη Σλοβενία και την Κροατία, στο πλαίσιο της κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής που είχε διαμορφωθεί για το ζήτημα (Ροζάκης, 2017). Η αδυναμία για συντονισμένη διαχείριση της κρίσης ανέδειξε ως αποτυχημένη την προσπάθειά της και η πρωτοβουλία των ενεργειών μεταβιβάστηκε στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών. Στο σημείο αυτό πέρα από την αδυναμία αποτελεσματικής αντιμετώπισης της κρίσης από την ΕΚ ως πολυμερής οργανισμός, διαφάνηκε αδυναμία και από τη Διάσκεψη για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (Conference on Security and Cooperation in Europe), η οποία δεν ήταν εφικτό να δράσει λόγω της δυσκολίας που προέκυπτε από τον κανόνα της ομοφωνίας στη λήψη των αποφάσεων. Ομοίως, η Δυτική Ευρωπαϊκή Ένωση (West European Union) ως στρατιωτικός βραχίονας της ΕΚ δεν κατείχε την απαραίτητη δομή και τις δυνάμεις για εμπλοκή σε ειρηνευτικές αποστολές, όπως αρχικά πίστευε η γαλλική πλευρά, με αποτέλεσμα το ΝΑΤΟ να αναδεικνύεται ως μοναδικός οργανισμός με δυνατότητα παρέμβασης και επιβολής ελέγχου στην περιοχή (Anderson, 1995).  

Έως τον Οκτώβριο του 1991, η πολιτική των Η.Π.Α. προς το Γιουγκοσλαβικό ζήτημα ήταν ιδιαίτερα παθητική αλλά έκτοτε άλλαξε προς υποστήριξη του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης των λαών και τη διάλυση της ομοσπονδίας, διατηρώντας ωστόσο την αντιμετώπιση του προβλήματος ως ζήτημα της Ευρώπης (Marolov, 2012). Μετά τα γεγονότα που έλαβαν χώρα στα τέλη του 1991, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση κατέρρευσε και τον Απρίλιο του 1992 σχηματίσθηκε η Σοσιαλιστική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας αποτελούμενη από τις περιοχές της Σερβίας και του Μαυροβουνίου (Anderson, 1995). Η Βοσνία-Ερζεγοβίνη αναγνωρίστηκε από την ΕΚ τον Απρίλιο του 1992, μετά το δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία της και εν μέσω κλιμάκωσης των συγκρούσεων με επικράτηση των σερβικών δυνάμεων και δυσμενή αποτελέσματα για το γηγενή πληθυσμό (Calic, 2019). 

Όπως υποστηρίζει ο Anderson (1995), μέχρι τα μέσα του 1993 οι κυρώσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας του Ο.Η.Ε. προς τη Σερβία και το Μαυροβούνιο είχαν εξαντλήσει τις αντοχές της οικονομίας της Γιουγκοσλαβίας με συνέπεια ο Πρόεδρος Milosevic να έχει ανάγκη τη συνεργασία με τη Δύση. Οι Η.Π.Α. δέχονταν αυξανόμενες πιέσεις από τη διεθνή κοινότητα για ενεργότερη εμπλοκή στη διαχείριση της κρίσης. Προς τούτο, το ΝΑΤΟ εξανάγκασε τους Σέρβους να απομακρύνουν το πυροβολικό τους από αποστρατιωτικοποιημένες ζώνες περιμετρικά του Σαράγεβο υπό την απειλή αεροπορικών επιθέσεων, για τις οποίες εκδηλώθηκε στάση απροθυμίας από τις κυβερνήσεις της Γαλλίας και της Μεγάλης Βρετανίας. Με παρέμβαση της Ρωσίας αποφεύχθηκαν οι βομβαρδισμοί και τον Απρίλιο του 1994 συγκροτήθηκε διαπραγματευτική ομάδα «Contact Group» για τη διαχείριση της κρίσης με τη συμμετοχή αντιπροσωπιών των Η.Π.Α., Ρωσίας, Γαλλίας, Ηνωμένου Βασιλείου και Γερμανίας και την Ευρωπαϊκή Κοινότητα να εκπροσωπείται διεθνώς από τις τρεις τελευταίες χώρες. Οι διαπραγματευτικές προσπάθειες ωστόσο δεν οδήγησαν στην επίτευξη συμφωνίας μεταξύ σερβικής και βοσνιακής πλευράς. Τα συνεχιζόμενα περιστατικά βίας και οι πιέσεις για αεροπορικές επιδρομές του ΝΑΤΟ προκάλεσαν την αντίδραση της Σερβίας με την αιχμαλώτιση και ομηρία προσωπικού των δυνάμεων των Ηνωμένων Εθνών προκειμένου να χρησιμοποιηθούν ως ασπίδα. 

Επίσης, η έκρηξη όλμου στην αγορά του Σαράγεβο την 29/08/1994, με θύματα άμαχους πολίτες και οι βίαιες επιθέσεις από βοσνιοσερβικές δυνάμεις σε προκαθορισμένες ασφαλείς περιοχές, όπως η σφαγή αμάχων στη Srebrenica, προκάλεσαν εκτεταμένους αεροπορικούς βομβαρδισμούς σερβοβοσνιακών στόχων από αεροσκάφη του ΝΑΤΟ έως τη σταδιακή κατάπαυση του πυρός (Anderson, 1995). Η στρατιωτική ενίσχυση των κροατικών και βοσνιακών δυνάμεων συνέβαλε στη μεταβολή των στρατιωτικών συσχετισμών το 1995 (Calic, 2019). Κατά το φθινόπωρο του 1995, οι στρατιωτικοί συσχετισμοί στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη είχαν μεταβληθεί σημαντικά, διαμορφώνοντας τις συνθήκες για την έναρξη των διαπραγματεύσεων που οδήγησαν στη Συμφωνία του Dayton. Η διαπραγμάτευση για τη Συνθήκη του Dayton πραγματοποιήθηκε σε αεροπορική βάση της ομώνυμης περιοχής του Ohio των Η.Π.Α., με τη συμμετοχή εκπροσώπων της Βοσνίας – Ερζεγοβίνης, της Κροατίας και της Σερβίας. Η συμφωνία τελικά υπεγράφη επίσημα την 14/12/1995 στο Παρίσι. Η Συμφωνία του Dayton διατήρησε τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη ως ενιαίο κράτος, αποτελούμενο από δύο οντότητες, και προέβλεψε την επιστροφή των εκτοπισμένων και των προσφύγων, καθώς και τη συνεργασία για την απόδοση ευθυνών για εγκλήματα πολέμου. Η επίτευξη Συμφωνίας δημιούργησε πολλές ελπίδες για ειρήνη στην περιοχή αλλά η πολυπλοκότητα αρμονικής συνύπαρξης μεταξύ των διαφορετικών εθνικοτήτων, τα οικονομικά προβλήματα και η απροθυμία συνεργασίας απέδειξε ότι ήταν μία προσωρινή λύση (Calic, 2019). 

Ανάλυση του διαπραγματευτικού περιβάλλοντος 

Προκειμένου να γίνει κατανοητό το άτυπο θεσμικό πλαίσιο των διαπραγματεύσεων θεωρείται σημαντικό να έχει προσδιοριστεί το διαπραγματευτικό περιβάλλον εντός του οποίου έδρασαν οι συμμετέχοντες σε αυτό και ο ρόλος που αυτοί διαδραμάτισαν. Αρχικά, ως άμεσα εμπλεκόμενα μέρη προσδιορίζονται η Σοσιαλιστική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας και οι έξι Δημοκρατίες που την απαρτίζουν (Σλοβενία, Κροατία, Βοσνία – Ερζεγοβίνη, Μαυροβούνιο, Μακεδονία και Σερβία), μαζί με τις δύο αυτόνομες επαρχίες της Σερβίας, το Κόσοβο και τη Βοϊβοδίνα. Επίσης, σημαντικό ρόλο κατέχουν οι διακριτές θρησκευτικές κοινότητες (Χριστιανοί Ορθόδοξοι & Καθολικοί – Μουσουλμάνοι) και οι επιμέρους εθνοτικές ομάδες (Σέρβοι, Κροάτες, Βόσνιοι, Μαυροβούνιοι, Αλβανοί, Ούγγροι) καθώς και η ομογένεια τους στις διάφορες χώρες παγκοσμίως. Σε διεθνές επίπεδο, ως έμμεσα εμπλεκόμενοι εντοπίζονται η Ευρωπαϊκή (Οικονομική) Κοινότητα αποτελούμενη από -12- κράτη – μέλη, οι λοιπές χώρες της Ευρώπης, η Ε.Σ.Σ.Δ. έως την πτώση της και η διάδοχη κατάστασή της, οι Η.Π.Α. και οι διεθνείς οργανισμοί Ο.Η.Ε. και ΝΑΤΟ. Αντίστοιχα, οι βασικές αρχές που διακυβεύονταν ήταν, αφενός, η εδαφική ακεραιότητα, η οποία συνδεόταν με τη διατήρηση της ασφάλειας και τη σταθερότητα, και, αφετέρου, η αυτοδιάθεση των λαών, την οποία επικαλούνταν οι δημοκρατίες που επιδίωκαν την ανεξαρτησία τους.

Συνεπώς, ο ρόλος που αναλαμβάνει κάθε πλευρά εξαρτάται από τα συμφέροντα και τις επιδιώξεις που διαθέτει και ενδέχεται να μεταβάλλεται ανάλογα με τις συνθήκες. Οι ομόσπονδες Δημοκρατίες στόχευαν στην απόσχισή τους από την κεντρική γιουγκοσλαβική διοίκηση, με πρωταγωνίστριες τη Σλοβενία και την Κροατία, για τη δημιουργία ανεξάρτητων κρατών, ενώ η Σοσιαλιστική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας διεκδικούσε τη διατήρηση της ενότητας σε όλη τη χώρα με κάθε μέσο. Αντίστοιχα, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα και οι αντίπαλες ψυχροπολεμικές δυνάμεις Η.Π.Α. και Σοβιετική Ένωση επεδίωκαν σε πρώτη φάση τη σταθερότητα στην περιοχή μέσω υποστήριξης της ενότητας στη Γιουγκοσλαβία για την αποφυγή απρόβλεπτων καταστάσεων. Όμως, οι ισχυρές δυνάμεις μετά τη γενίκευση των συγκρούσεων αναζητούσαν την εξεύρεση ειρηνικής λύσης για το διαμελισμό της ομοσπονδίας και την υποστήριξη των νέων κρατών έως την ασφαλή αυτονόμησή τους. Είναι ενδιαφέρον ότι η Ευρωπαϊκή Κοινότητα δε δίστασε να αλλάξει στάση παρά το γεγονός ότι τις τελευταίες δεκαετίες είχε επενδύσει σημαντικά στην ενίσχυση της διεθνούς θέσης και την ενδυνάμωση του ομοσπονδιακού κράτους της Γιουγκοσλαβίας. Επίσης, κρίσιμο παράγοντα αποτελούσε η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και η αλλαγή δυναμικής στις σχέσεις ισχύος μεταξύ των κρατών στην μεταψυχροπολεμική εποχή. Σύμφωνα με τα παραπάνω στοιχεία, το ιστορικό υπόβαθρο της κρίσης μπορεί να εξεταστεί από τον θάνατο του Γιόσιπ Μπροζ Τίτο, στις 4 Μαΐου 1980, ενώ η κύρια περίοδος των διαπραγματεύσεων για τη διάλυση της ομοσπονδίας εκτείνεται από το 1991 έως τη Συμφωνία του Dayton το 1995.

Ωστόσο, το καίριο χρονικό σημείο της διαπραγμάτευσης εντοπίζεται στη μονομερή διακήρυξη της ανεξαρτησίας τους από Σλοβενία και Κροατία και τις επακόλουθες εξελίξεις. Αν και αρχικά το θέμα αντιμετωπίστηκε ως εσωτερικό ζήτημα της Γιουγκοσλαβίας, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα επιδίωξε να αναλάβει κεντρικό ρόλο στη διαμεσολάβηση και στη διαχείριση της κρίσης, ενεργοποιώντας τα αρμόδια όργανά της για ανάληψη δράσης και συντονισμό μεταξύ των κρατών-μελών. Παρά την απροθυμία των ηγετών των Δημοκρατιών για παραχωρήσεις και συνεργασία, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα επιδίωξε μέσα από διαδοχικές διασκέψεις, συναντήσεις και προτάσεις την αναζήτηση κοινού πεδίου σύγκλισης των θέσεων κάθε πλευράς και τον εντοπισμό αμοιβαία αποδεκτών λύσεων αλλά χωρίς επιτυχία. Οι ως άνω συνθήκες και η αυξανόμενη ένταση στο εσωτερικό περιβάλλον της Γιουγκοσλαβίας οδήγησαν στη διεθνοποίηση του ζητήματος και την παρέμβαση του Ο.Η.Ε. και τελικά των Η.Π.Α.. Η έκβαση της κρίσης και οι επιμέρους εθνικές στάσεις διαμορφώθηκαν μέσα από την αλληλεπίδραση παραγόντων σε εθνικό, κοινοτικό και διεθνές επίπεδο. Από τη μία πλευρά, παρατηρούνται εσωτερικές πιέσεις, όπως οι διεκδικήσεις από θρησκευτικές κοινότητες, ομογένεια και εμπορικές – διπλωματικές σχέσεις μιας χώρας, ενώ από την άλλη όψη ενεργούν πιέσεις από το διεθνές περιβάλλον, όπως η παρέμβαση διεθνών οργανισμών (βλ. Ο.Η.Ε.) και διακρατικών οργάνων (βλ. Διάσκεψη για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη), που ωθούσαν τις χώρες σε σύγκλιση απόψεων ή διεκδίκηση αυτόνομης στάσης. Ακόμη, η διαφορά ισχύος και τα ετερογενή συμφέροντα των κρατών-μελών κατά τις συζητήσεις στα αρμόδια όργανα της ΕΚ δυσχέραιναν τη διατήρηση ενιαίας στάσης. 

Σύμφωνα με όσα αναλύθηκαν στις προηγούμενες ενότητες, ο ρόλος της ΕΚ στη διάλυση της Σοσιαλιστικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας ήταν κρίσιμος για το μέλλον της Ευρώπης και την εξέλιξη του οργανισμού. Η αποτελεσματικότητα της παρέμβασής της υπήρξε περιορισμένη, ιδίως ως προς την αποτροπή της κλιμάκωσης των συγκρούσεων και τη διαμόρφωση έγκαιρης, συνεκτικής κοινής πολιτικής. 

Η αρχική αντιμετώπιση του γιουγκοσλαβικού ζητήματος ως εσωτερικό ζήτημα της χώρας οδήγησε την ΕΚ σε καθυστερημένη αντίδραση, μετά το ξέσπασμα των συγκρούσεων. Το πρώιμο στάδιο πολιτικής συνεργασίας των μελών της ΕΚ και οι πιέσεις στο εσωτερικό τους ανέδειξαν έντονα τις εθνικές διεκδικήσεις με επακόλουθο να προκύπτει διάσταση θέσεων και να απαιτηθεί προσπάθεια για τη διαμόρφωση συνοχής. Η απουσία κοινής στρατηγικής κουλτούρας δυσχέρανε τη διαμόρφωση ενιαίας στάσης και την ουσιαστική σύγκλιση των θέσεων των κρατών-μελών. Ως επακόλουθο, οι αποκλίσεις μεταξύ των κρατών-μελών περιόρισαν την ικανότητα της ΕΚ να διαμορφώσει και να εφαρμόσει συνεκτική κοινή πολιτική, ενισχύοντας τον διακυβερνητικό χαρακτήρα της διαχείρισης της κρίσης. Παρά ταύτα, κρίνεται σημαντικό το γεγονός ότι η ΕΚ συνέχισε να επιδιώκει ενεργό ρόλο στη διαμεσολάβηση και στην αναζήτηση πολιτικής λύσης για την κρίση. Προς τούτο, διαπιστώνεται ότι η ΕΚ δε δίστασε να επανεξετάσει τις συνθήκες και να αναθεωρήσει τη στάση της, επιτυγχάνοντας εκ νέου συνοχή, προς υποστήριξη του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης των λαών όταν τα θεσμικά της όργανα αξιολόγησαν τη διάλυση της ομοσπονδίας της Γιουγκοσλαβίας ως αναπόφευκτη και προς το συμφέρον των εθνοτήτων. Αν και η έλλειψη εμπειρίας και γνήσιας συνοχής στη στρατηγική διαχείριση κρίσεων περιόρισε τη δυναμική της Κοινότητας, η προσπάθεια διαμόρφωσης ενιαίας στάσης, παρά τις εσωτερικές διαφωνίες, ανέδειξε την πρόθεση των κρατών-μελών για σχηματισμό ενός οργανισμού με ενεργό ρόλο στο νέο διεθνές περιβάλλον. 

Τελικά, η κρίση της Γιουγκοσλαβίας αποτέλεσε καθοριστική δοκιμασία για την εξωτερική δράση της ΕΚ, αναδεικνύοντας τις αδυναμίες της στον συντονισμό των κρατών-μελών και στην αποτελεσματική διαχείριση διεθνών κρίσεων, αναδεικνύοντας την ανάγκη διαμόρφωσης ισχυρής Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφαλείας στον οργανισμό. Συνακόλουθα, οι Η.Π.Α. απέδειξαν για ακόμη μία φορά την υπεροχή τους και κατέστη σαφές ότι θα απαιτηθεί χρόνος για την απόκτηση ανεξάρτητης πολιτικής ισχύος από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα (Marolov, 2012). 

Βιβλιογραφία 

  • Μπλαβούκος, Σ., Δ. Μπουραντώνης και Π. Τσάκωνας (επιμ.) (2019) Εξωτερικές Σχέσεις της ΕΕ (Αθήνα: Σιδέρης) 
  • Μπλαβούκος, Σ. και Μπουραντώνης, Δ. (2017) Μελετώντας τη Διεθνή επίδοση της Ευρωπαϊκής Ένωσης: Ένα αναλυτικό πλαίσιο, στο Σ. Βέρνυ και Α. Κόντης (επιμ.), Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση: Οι πολλαπλές κρίσεις και οι προκλήσεις του μέλλοντος», (Αθήνα: Παπαζήσης)  
  • Ροζάκης, Χ. (2017) Η αυτοδιάθεση των λαών και η αναγνώριση των κρατών: Αναμοχλεύοντας δύο παραδοσιακούς όρους του Διεθνούς Δικαίου στην ευρωπαϊκή κρίση, Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης, τομ. 2(2), σελ. 9-30 
  • Anderson, D. (1995) The Collapse of Yugoslavia: Background and Summary, Parliamentary Research Service – Australian Parliament, Research Paper No. 14 1995-96 
  • Blavoukos, S. (2015) Capturing the EU International Performance: An Analytical Framework, in Blavoukos S., Bourantonis, D. and Portela, C. (eds) The EU and the Non-Proliferation of Nuclear Weapons: Strategies, Policies, Actions, ed. Houndmills: Palgrave Macmillan, pp. 12-22 
  • Blavoukos, S. and Bourantonis, D. (2014) Do UN Sanctions strengthen the International presence of the EU?, European Foreign Affairs Review, Vol. 19(3) 
  • Calic, M.J. (2019) A history of Yugoslavia, Purdue University Press Book Previews: West Lafayette, USA 
  • Caplan, R. (1998) The European community’s recognition of new states in Yugoslavia: The strategic implications, The Journal of Strategic Studies, Vol.21(3), pp. 24-45 
  • Caplan, R. (2002) Conditional recognition as an instrument of ethnic conflict regulation: the European Community and Yugoslavia, Nations and Nationalism, Vol. 8(2), pp. 157–177 
  • Lehne, St. (2004) Has the ‘Hour of Europe’ come at last? The EU’s strategy for the Balkans, The Western Balkans: Moving on, Chaillot Paper No. 70, Institute for Security Studies, Paris, pp. 111-124 
  • Marolov, D. (2012) The Policy of the USA and EU towards the Disintegration of Yugoslavia, International Journal of Social Science of Tomorrow 
  • Obadic, Iv. (2014) A troubled relationship: Yugoslavia and the European Economic Community in détente, European Review of History: Revue europeenne d’histoire, Vol. 21(2), pp. 329-348 
  • Radeljic, Br. (2010) Europe 1989-2009: Rethinking the Break-up of Yugoslavia, European Studies, Vol. 9 (No. 1), pp. 115-127 
  •  Sekelj, L. (1993) Yugoslavia: the process of disintegration, Social Science Monographs, Atlantic 

Research and Publications 

  • Zaccaria, B. (2014) The European Community and Yugoslavia in the Late Cold War Years, 19761989, Disintegration and Integration in East-Central Europe, Nomos, Eds: Wilfried Loth | Nicolae  Păun: Baden Baden, Vol. 16, pp. 264 

Leave a Comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Scroll to Top